Ελληνικός Νόμος για το Κλίμα: από πρωτοπόρος στο κλίμα στην νωθρότητα

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

Πρωτίστως, δεν υπάρχει καμία σαφήνεια σχετικά με τη συσχέτιση του στόχου με το τρέχον ή το επικείμενο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ). [EPA-EFE/ORESTIS PANAGIOTOU]

Ο πρώτος κλιματικός νόμος της Ελλάδας, που ψηφίστηκε στις 26 Μαΐου, ευθυγραμμίζει τη χώρα με τα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ στον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, η νομοθεσία αποτυγχάνει να εξασφαλίσει ένα νέο, επιστημονικά ανεξάρτητο και κοινωνικά ανοικτό πλαίσιο συνδιοίκησης για το κλίμα, γράφουν οι Βλάσιος Οικονόμου και Χάρης Δούκας.

Ο Βλάσιος Οικονόμου είναι Διευθύνων Σύμβουλος στο Ινστιτούτο Ευρωπαϊκής Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής (IEECP), στην Ολλανδία και ο Χάρης Δούκας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ), Ελλάδα.

Ο πρώτος νόμος για το κλίμα στην Ελλάδα είναι πραγματικότητα, ακολουθώντας το παράδειγμα των περισσότερων κρατών μελών της ΕΕ. Ωστόσο, παρά τις αρχικές προσδοκίες και τον αριθμό των ιδιαίτερα στοχευμένων σχολίων που ελήφθησαν κατά τη διαδικασία διαβούλευσης, ο τελικά ψηφισμένος νόμος δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες για το κλίμα και υστερεί κατά πολύ σε σχέση με τους αντίστοιχους νόμους για το κλίμα άλλων χωρών, τόσο από άποψη φιλοδοξίας όσο και από άποψη πιθανότητας εφαρμογής.

Πρωτίστως, δεν υπάρχει καμία σαφήνεια σχετικά με τη συσχέτιση του στόχου με το τρέχον ή το επικείμενο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ).

Ξεφεύγοντας από τον γενικό στόχο της κλιματικής ουδετερότητας το 2050, είναι σημαντικό να δοθεί χρονοδιάγραμμα επίτευξης του στόχου για να αυξηθεί η διαφάνεια, η εμπιστοσύνη και η κοινωνική αποδοχή των στόχων.

Για παράδειγμα, παρά την υψηλή δημόσια φιλοδοξία των τελευταίων τριών ετών από την ανακοίνωση του προγράμματος απολιγνιτοποίησης, η Ελλάδα δεν κατάφερε να επιτύχει τους στόχους ενεργειακής απόδοσης της περιόδου 2014-2020 (αποσύροντας σημαντικούς κοινωνικούς πόρους μέσω της κατανάλωσης ενέργειας), ενώ οι νέοι αυξημένοι στόχοι της περιόδου 2021-2030 απαιτούν μια σαφή και διαφανή στρατηγική για την επίτευξή τους.

Η διαφάνεια και ο ετήσιος απολογισμός θα επιτρέψουν επίσης τον καλύτερο προγραμματισμό και την πιθανή εμπλοκή των πολιτών στις δράσεις για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), την ενεργειακή απόδοση, την ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή και την προσαρμογή.

Επιπλέον, ο ελληνικός νόμος για το κλίμα αναφέρεται κυρίως σε μέτρα από την πλευρά της προσφοράς ενέργειας (κυρίως για το ΥΦΑ και τις ΑΠΕ) και δεν παρουσιάζει κανένα ρεαλιστικό ή αναλυτικό σχέδιο για δράσεις ενεργειακής απόδοσης.

Ακόμη και με τους τρέχοντες στόχους του ΕΣΕΚ, η Ελλάδα έχει δεσμευτεί για νέα ετήσια εξοικονόμηση τελικής ενέργειας ύψους 201 κιλοτόνων ισοδύναμου πετρελαίου (ktoe), ενώ το 2021 δεν εφαρμόστηκε σχεδόν κανένα μέτρο.

Αυτό σημαίνει ότι το 2022 οι σωρευτικοί στόχοι θα φθάσουν στα 383 ktoe και θα αυξάνονται ετησίως στο εξής, εάν δεν ακολουθήσουν δραστικά μέτρα (που απαιτούν μεγαλύτερη προσπάθεια κάθε χρόνο).

Ο νόμος για το κλίμα, δυστυχώς, δεν προβλέπει τίποτα σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν -ή οποιαδήποτε μορφή μέτρων ασφαλείας- σε περίπτωση αποτυχίας επίτευξης των στόχων αυτών.

Ο νόμος για το κλίμα δεν είναι επίσης πλήρως ευθυγραμμισμένος με τους νέους στόχους του REPowerEU, κυρίως όσον αφορά τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων κατά την επόμενη δεκαετία. Δεν υπάρχει στόχευση για τη σταδιακή κατάργηση του φυσικού αερίου (μόνο για τους λέβητες πετρελαίου), επιτρέποντας την περαιτέρω διείσδυση του φυσικού αερίου, δημιουργώντας έτσι ένα νέο φαινόμενο εγκλωβισμού.

Είναι πραγματικά εκπληκτικό το γεγονός ότι, ενώ οι νέες προτάσεις EPBD και/ή EED αναφέρουν ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να μειώσουν ή να σταματήσουν τη χρηματοδότηση θερμικών συστημάτων με ορυκτά καύσιμα, π.χ. λέβητες, δεν υπάρχει καμία τέτοια διάταξη στο νόμο για το κλίμα.

Επιπλέον, στο κείμενο δεν γίνεται καμία αναφορά στην αρχή της «Ενεργειακής Απόδοσης Πρώτα» (E1st), η οποία θα έπρεπε να αποτελεί κατευθυντήρια αρχή για τις επενδυτικές αποφάσεις στον τομέα της ενέργειας και των υποδομών.

Η E1st αποτελεί βασική αρχή στο άρθρο 3 της νέας προτεινόμενης οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση και δίνει προτεραιότητα στις επενδύσεις ενεργειακής απόδοσης έναντι άλλων επενδύσεων από την πλευρά του ενεργειακού εφοδιασμού, όταν οι πρώτες είναι κοινωνικά πιο επωφελείς.

Παρά τους φιλόδοξους στόχους ενεργειακής απόδοσης που έχει διακηρύξει η Ελλάδα, η E1st δεν αναφέρεται ούτε στο εθνικό Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ούτε στα σχέδια των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων, δημιουργώντας σοβαρές αμφιβολίες για τις προθέσεις της χώρας σχετικά με την ενεργειακή απόδοση.

Ο νόμος για το κλίμα δεν κάνει επίσης καμία αναφορά στην Ενεργειακή Δημοκρατία, η οποία είναι ο καταλύτης για την ενεργειακή μετάβαση. Ενώ η στόχευση των ΑΠΕ είναι καλά τεκμηριωμένη, δεν υπάρχει ποσοτική στόχευση για τη συμμετοχή των πολιτών μέσω των ενεργειακών κοινοτήτων δίπλα στα μεγάλα έργα ΑΠΕ από τις κυρίαρχες στην αγορά ενεργειακές εταιρείες.

Όσον αφορά την ενεργειακή φτώχεια, ο νόμος για το κλίμα αναφέρεται μόλις μία φορά σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα, αναφέροντας ότι μέρος των εσόδων θα αποδοθεί στην ενεργειακή απόδοση, την ηλεκτροκίνηση, την πρόληψη πυρκαγιών, τα δάση, την ενεργειακή φτώχεια και έργα στις αναπτυσσόμενες χώρες (…).

Η απόλυτη έλλειψη ιεράρχησης ως προς την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας ως βασικό μέρος της ενεργειακής πολιτικής μέσα στον νόμο για το κλίμα δημιουργεί ερωτήματα όταν οι περισσότερες χώρες καθορίζουν τις πολιτικές τους γύρω από αυτό το σοβαρό κοινωνικό ζήτημα.

Ο νόμος για το κλίμα θέτει υποχρεώσεις στους δήμους να καταρτίσουν δημοτικά σχέδια μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, γεγονός που αναδεικνύει φυσικά τη σημασία της τοπικής και περιφερειακής διοίκησης. Παρόλα αυτά, τα σχέδια αυτά θα είναι συμπληρωματικά προς τα Σχέδια Αειφόρου Ενέργειας και Κλίματος (SECAPs), τα Περιφερειακά Σχέδια Κτιρίων, τα Δημοτικά Σχέδια για βιώσιμες μεταφορές κ.λπ.), τα οποία δημιουργούν ένα ακόμη διοικητικό βάρος αντί να ενσωματώσουν τα υφιστάμενα σχέδια σε ένα ενιαίο και συνεκτικό σχέδιο.

Ο νόμος για το κλίμα αποτυγχάνει επίσης να εξασφαλίσει ένα νέο, επιστημονικά ανεξάρτητο και κοινωνικά ανοικτό πλαίσιο συνδιοίκησης για το κλίμα. Ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών και της επιστημονικής κοινότητας είναι εξαιρετικά αδύναμος.

Η κοινωνική συμμετοχή βασίζεται σε έναν δικτυακό τόπο διαλόγου για το κλίμα και σε ένα περιορισμένο από άποψη σύνθεσης και αντιπροσωπευτικότητας Εθνικό Συμβούλιο για την Κλιματική Αλλαγή. Η δημιουργία, για παράδειγμα, μιας Συνέλευσης για το Κλίμα, θα μπορούσε να δώσει στους πολίτες την ευκαιρία να συμμετέχουν άμεσα στη χάραξη πολιτικής μέσω μιας ανοικτής και δημοκρατικής διαδικασίας.

Επιπλέον, η λειτουργία του επιστημονικού συμβουλίου εξαρτάται από το Υπουργείο Ενέργειας και Περιβάλλοντος και τον Υπουργό, ενώ θα έπρεπε να είναι ανεξάρτητο από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου, με ισχυρές και ουσιαστικές αρμοδιότητες.

Οι προσεγγίσεις αυτές δεν ενισχύουν τις πολιτικές για το κλίμα και αποτυγχάνουν να δημιουργήσουν διαδικασίες και τρόπους που μπορούν να επιτρέψουν υψηλά επίπεδα συναίνεσης για αναγκαίες, επιστημονικά τεκμηριωμένες και αμοιβαία επωφελείς δράσεις.

Η περίοδος των μεγάλων αλλαγών που έχουμε μπροστά μας χρειάζεται συγκεκριμένες, τολμηρές αποφάσεις και προτάσεις, αντί για ευχολόγια, γενικές διακηρύξεις και δομές χειραγωγημένης συμμετοχής που υποδεικνύουν στους πολίτες «τι πρέπει να κάνουν».

Είναι σημαντικό να τεθούν υψηλές φιλοδοξίες ενόψει του κλιματικού αδιεξόδου, αλλά είναι εξίσου σημαντικό να δημιουργηθεί εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών και των κοινωνικών ομάδων ότι υπάρχει πραγματική πρόθεση να επιτευχθούν αυτές οι φιλοδοξίες.