Η θέρμανση παραμελήθηκε στο σχέδιο της ΕΕ για την απεξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα, σύμφωνα με τη βιομηχανία

«Στην Ουγγαρία, πολλά σπίτια θερμαίνονται με φυσικό αέριο, οπότε αν αλλάξουμε σε γεωθερμική θέρμανση, θα χρειαζόμαστε λιγότερο φυσικό αέριο». [Johann Ragnarsson / Shutterstock]

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόκειται να καταθέσει την Τετάρτη (18 Μαΐου) σχέδια για την απεξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα, αλλά, εκτός από μια νέα ώθηση για τις αντλίες θερμότητας, υπάρχουν σημαντικές παραλείψεις όσον αφορά την απεξάρτηση από τον άνθρακα στη θέρμανση και την ψύξη, σύμφωνα με τους εκπροσώπους του κλάδου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τον Μάρτιο προτάσεις για τη μείωση της κατανάλωσης ρωσικού φυσικού αερίου κατά δύο τρίτα πριν από το τέλος του έτους, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας να ανεξαρτητοποιηθεί από όλα τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα «πολύ πριν από το 2030».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται τώρα να δώσει συνέχεια στα σχέδια αυτά την Τετάρτη (18 Μαΐου) με πιο λεπτομερείς προτάσεις για την αύξηση της ενεργειακής ανεξαρτησίας της Ευρώπης.

Όμως, εκπρόσωποι των τομέων της τηλεθέρμανσης και της γεωθερμίας λένε ότι πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη θέρμανση και την ψύξη, αν η Ευρώπη θέλει να σπάσει με επιτυχία τους δεσμούς με τη Ρωσία και να απεξαρτηθεί από τον άνθρακα στο ενεργειακό της σύστημα.

«Η ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η αξιοποίηση του δυναμικού της απορριπτόμενης θερμότητας στη θέρμανση είναι απολύτως κρίσιμη», δήλωσε η Aurélie Beauvais από την Euroheat and Power, μια επαγγελματική ένωση που εκπροσωπεί τον τομέα της τηλεθέρμανσης. «Η θέρμανση και η ψύξη, είτε πρόκειται για τα κτίρια είτε για τη βιομηχανία, αποτελεί σήμερα το ήμισυ της κατανάλωσης ενέργειας στην Ευρώπη και το 70% αυτής παράγεται από ορυκτά καύσιμα», δήλωσε η ίδια στη EURACTIV.

Ενώ η Beauvais χαιρέτισε την εστίαση στις αντλίες θερμότητας στο σχέδιο της Επιτροπής του Μαρτίου, δήλωσε ότι χρειάζονται πολύ περισσότερα για την προώθηση της βιώσιμης θέρμανσης και ψύξης.

«Θα θέλαμε πραγματικά να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην τηλεθέρμανση», δήλωσε στη EURACTIV. «Το γεγονός ότι αναφέρεται ελάχιστα στην ανακοίνωση [REPowerEU], για εμάς, είναι πολύ ανησυχητικό».

Τα συστήματα τηλεθέρμανσης – δίκτυα σωληνώσεων ζεστού νερού που διέρχονται κάτω από το έδαφος – γίνονται όλο και πιο δημοφιλή στην αναζήτηση τρόπων για την απαλλαγή των πόλεων από τον άνθρακα.

Σύμφωνα με μελέτη του 2016 του ερευνητικού κέντρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, «τα αποδοτικά συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης (DHC) μπορούν να διαδραματίσουν βασικό ρόλο στην επίτευξη των στόχων της Ενεργειακής Ένωσης».

Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα αυτών των συστημάτων είναι ότι μπορούν να τροφοδοτούνται από πολλαπλές πηγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των παραδοσιακών ορυκτών πηγών, των μονάδων συνδυασμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – όπως η γεωθερμία, η ηλιοθερμία, οι αντλίες θερμότητας και η βιομάζα. Η απορριπτόμενη θερμότητα από κέντρα δεδομένων ή βιομηχανικές αποθήκες ψύξης μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί, καθώς και η γεωθερμική θερμότητα από παλιά ορυχεία.

Κενά στο σχέδιο για την απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο

Ωστόσο, υπήρξαν ελάχιστες αναφορές στην τηλεθέρμανση και τη γεωθερμία στο σχέδιο της ΕΕ για την αύξηση της ενεργειακής της ανεξαρτησίας.

Για παράδειγμα, η τηλεθέρμανση αναφέρεται μόνο συνοπτικά στην ανακοίνωση REPowerEU, που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο, η οποία έχει ως εξής: «Η επιταχυνόμενη ανάπτυξη των αντλιών θερμότητας στην αγορά θα απαιτήσει ταχεία αναβάθμιση ολόκληρης της αλυσίδας εφοδιασμού και θα συνοδεύεται από μέτρα για την ενίσχυση της ανακαίνισης των κτιρίων και του εκσυγχρονισμού των συστημάτων τηλεθέρμανσης».

Η γεωθερμία αναφέρεται μόνο μία φορά σε μια επικαιροποίηση της οδηγίας της ΕΕ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που αναμένεται την επόμενη Τετάρτη – για να αναφερθεί μια πιθανή «σύγκρουση στα δημόσια αγαθά» όταν πρόκειται για αδειοδότηση, χρήση γης ή προστασία των υδάτινων σωμάτων και της βιοποικιλότητας.

Εν τω μεταξύ, η γεωθερμία γίνεται φευγαλέα αναφορά σε ένα προσχέδιο της στρατηγικής της ΕΕ για την ηλιακή ενέργεια που διέρρευσε και αναμένεται επίσης την Τετάρτη. «Για να επιτευχθούν οι στόχοι της ΕΕ για το 2030, η ζήτηση ενέργειας που καλύπτεται από ηλιακή θερμότητα και γεωθερμία θα πρέπει τουλάχιστον να τριπλασιαστεί», αναφέρεται.

Το εν λόγω σχέδιο αναφέρει επίσης την ηλιακή ενέργεια ως μέρος μιας μεγάλης κλίμακας σύμπραξης δεξιοτήτων για τις χερσαίες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η οποία περιλαμβάνει επίσης τη γεωθερμία και τις αντλίες θερμότητας.

Συνολικά, όμως, η θέρμανση αναφέρεται ελάχιστα στα σχέδια της ΕΕ, δήλωσε ο Sanjeev Kumar από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Γεωθερμικής Ενέργειας. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό αποτελεί σημαντική παράλειψη, δεδομένου ότι η ενεργειακή κρίση του χειμώνα ήταν πρωτίστως κρίση θέρμανσης.

Παράλληλα με την έλλειψη εστίασης στη θέρμανση, κατήγγειλε την έμφαση που δίνεται στην εξεύρεση εναλλακτικών προμηθειών φυσικού αερίου αντί της μείωσης της ζήτησης στην Ευρώπη μέσω προγραμμάτων ενεργειακής απόδοσης, όπως η ανακαίνιση κτιρίων.

Η γεωθερμία και η τηλεθέρμανση αυξάνουν τη δημοτικότητά τους

Σε τοπικό επίπεδο, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ενεργειακή κρίση δημιούργησαν «μια λαίλαπα προς την τηλεθέρμανση σε ορισμένες χώρες», δήλωσε η Beauvais στη EURACTIV, επικαλούμενος ένα από τα μέλη της Euroheat and Power.

Για παράδειγμα, η Δανία ανακοίνωσε τον Απρίλιο ότι σχεδίαζε να μετατρέψει περίπου τα μισά νοικοκυριά της που εξαρτώνται από το ορυκτό αέριο σε τηλεθέρμανση μέχρι το 2028. Και, στην Πολωνία, υπάρχουν ήδη 16.500.000 πολίτες που χρησιμοποιούν τηλεθέρμανση και τηλεψύξη, δήλωσε η Beauvais.

Ενώ μεγάλο μέρος αυτών βασίζεται σήμερα σε ορυκτά καύσιμα, θα είχε νόημα να χρησιμοποιηθεί και να επεκταθεί αυτή η υπάρχουσα υποδομή – αντί να κατασκευαστούν τα πάντα από την αρχή – για την ανάπτυξη ενός συστήματος θέρμανσης χωρίς άνθρακα, είπε. Η ίδια πρόσθεσε ότι μια παρόμοια μετάβαση σε καθαρά καύσιμα θα μπορούσε εύκολα να γίνει στη Βουλγαρία και την Ουγγαρία.

Ορισμένες χώρες της ΕΕ αναζητούν επίσης τη γεωθερμία. Η Σλοβακία έχει ήδη διπλασιάσει τα γεωθερμικά έργα ως απάντηση στον πόλεμο στην Ουκρανία και, τον Μάρτιο, ο επίτροπος για την ενέργεια Kadri Simson κάλεσε την Ευρώπη να αξιοποιήσει το γεωθερμικό δυναμικό της.

Η γεωθερμία είναι μια από τις πιο προφανείς τροφοδοσίες για τα συστήματα τηλεθέρμανσης, επειδή είναι μια ανανεώσιμη πηγή ενέργειας, που βασίζεται κυρίως στη θερμότητα. Έχει επίσης το πλεονέκτημα ότι, μόλις εγκατασταθεί το σύστημα, γίνεται μια τοπική, σταθερή πηγή ενέργειας.

Υπάρχουν ήδη πολλά συστήματα τηλεθέρμανσης σε όλη την Ευρώπη που θα μπορούσαν να μετατραπούν απευθείας από ορυκτά καύσιμα σε γεωθερμία με μικρές μόνο αλλαγές στην υποδομή.

Οι χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, ιδίως η Ουγγαρία, έχουν τεράστιο γεωθερμικό δυναμικό λόγω της γεωγραφίας τους. Περισσότερη γεωθερμία θα βοηθούσε την Ουγγαρία να αποσπαστεί από τη Ρωσία, δήλωσε ο Sándor Rónai, Ούγγρος ευρωβουλευτής των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών.

«Στην Ουγγαρία, πολλά σπίτια θερμαίνονται με φυσικό αέριο, οπότε αν αλλάξουμε σε γεωθερμική θέρμανση, θα χρειαζόμαστε λιγότερο φυσικό αέριο», δήλωσε στη EURACTIV.

Απαιτείται περισσότερη υποστήριξη

Σύμφωνα με τους Kumar και Beauvais, πρέπει να γίνουν περισσότερα σε επίπεδο ΕΕ για την προώθηση της γεωθερμίας και της τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης.

«Η θέρμανση αποτελεί το ήμισυ της ενεργειακής ζήτησης και είναι κατά κάποιο τρόπο ο φτωχός συγγενής των ευρωπαϊκών πολιτικών για την ενέργεια και το κλίμα, οπότε πρέπει πραγματικά να το αντιμετωπίσουμε», δήλωσε η Beauvais. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι στόχος της Euroheat and Power για την επόμενη θητεία της ΕΕ είναι να αποκτήσει μια ανανεωμένη στρατηγική θέρμανσης και ψύξης.

«Συνδέω την ψύξη με αυτό, επειδή τα χρόνια γίνονται όλο και πιο ζεστά και έτσι οι ανάγκες ψύξης θα είναι επίσης τεράστιες στο μέλλον», εξήγησε.

Ο Kumar προειδοποίησε επίσης ότι η ψύξη θα είναι όλο και πιο σημαντική και ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να βρουν τρόπους να ψύχουν τις πόλεις χωρίς να επιβαρύνουν τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας.

Ωστόσο, θα καλωσόριζε μια στρατηγική θέρμανσης και ψύξης μόνο εάν επικεντρωνόταν αποκλειστικά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και απέκλειε τις μονάδες ορυκτών αερίων, όπως οι μονάδες συνδυασμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο κλάδος του ζητά τη δική του γεωθερμική στρατηγική. Σε επιστολή τους προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Απρίλιο, τα μέλη του κλάδου έγραψαν: «Τόσο ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας όσο και η ADEME – η γαλλική υπηρεσία ενέργειας – διαπίστωσαν ότι είναι η πιο αποδοτική λύση για θέρμανση όπου και αν χρησιμοποιείται. Παρόλα αυτά, παραμένει υποανάπτυκτη και συχνά εκτός του οπτικού πεδίου των υπευθύνων χάραξης πολιτικής της ΕΕ».

Ο Kumar ζήτησε επίσης περισσότερη υποστήριξη για τα γεωθερμικά έργα σε τοπικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της εντολής προς τους διαχειριστές συστημάτων διανομής να εξετάζουν τις επιλογές θέρμανσης από ανανεώσιμες πηγές και προς τις τοπικές αρχές να χαρτογραφούν την εξάπλωση της θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές.

Παράλληλα, τόσο ο Kumar όσο και ο Beauvais υποστηρίζουν την εισαγωγή μιας τιμής άνθρακα στα καύσιμα θέρμανσης, παρόλο που η πρόταση αυτή βρίσκει αντίσταση από πολλούς νομοθέτες και κυβερνήσεις της ΕΕ που φοβούνται ότι αυτό θα ανεβάσει τις τιμές της ενέργειας για τα νοικοκυριά.

«Πρέπει να έχουμε τιμολόγηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, διαφορετικά η βιώσιμη τηλεθέρμανση και τηλεψύξη βρίσκεται σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με άλλες πηγές», δήλωσε η Beauvais.

«Αν θέλετε να αντικαταστήσετε όλους τους μεμονωμένους λέβητες φυσικού αερίου που έχουμε σταδιακά, πρέπει να έχετε κάποιου είδους ισότιμους όρους ανταγωνισμού στον κτιριακό τομέα», πρόσθεσε. Είπε, επιπλέον, ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των πιο αποδοτικών χρήσεων φυσικού αερίου, όπως οι μονάδες συνδυασμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες υπόκεινται σε τιμή άνθρακα, και των λεβήτων φυσικού αερίου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρνήθηκε να απαντήσει στο αίτημα της EURACTIV για σχολιασμό, επικαλούμενη την επικείμενη δημοσίευση των προτάσεων REPowerEU την Τετάρτη.