ΕΕ: Σχέδιο ύψους 300 δισ. ευρώ για την εγκατάλειψη των ρωσικών ορυκτών καυσίμων και την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης

«Πρέπει τώρα να μειώσουμε το συντομότερο δυνατό την εξάρτησή μας από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα. Είμαι βαθιά πεπεισμένη ότι μπορούμε», δήλωσε η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. [Stephanie Lecocq / EPA-EFE]

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε την Τετάρτη (18 Μαΐου) σχέδιο ύψους 300 δισ. ευρώ για την εξάλειψη των ρωσικών ενεργειακών εισαγωγών έως το 2027, αν και παραδέχθηκε ότι αυτό θα απαιτούσε βραχυπρόθεσμες επενδύσεις σε νέες υποδομές ορυκτών καυσίμων για την αντικατάσταση των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Σε συνδυασμό με την πράσινη νομοθεσία που βρίσκεται ήδη στο τραπέζι, το νέο σχέδιο, που ονομάστηκε REPowerEU, θα βοηθήσει την Ευρώπη να εξοικονομεί 100 δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο από τις εισαγωγές φυσικού αερίου, πετρελαίου και άνθρακα, δήλωσε η Επιτροπή.

«Ο πόλεμος του Πούτιν, όπως όλοι βλέπουμε, διαταράσσει σε μεγάλο βαθμό την παγκόσμια αγορά ενέργειας», δήλωσε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, προσθέτοντας ότι έδειξε την εξάρτηση της Ευρώπης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και την ευπάθεια που συνεπάγεται.

«Πρέπει τώρα να μειώσουμε το συντομότερο δυνατό την εξάρτησή μας από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα. Είμαι βαθιά πεπεισμένη ότι μπορούμε», συνέχισε η ίδια.

Το σχέδιο έχει τρία βασικά στοιχεία: εξοικονόμηση ενέργειας, ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και διαφοροποίηση των ευρωπαϊκών προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Περιλαμβάνει νέες προτάσεις για την αύξηση του στόχου της ΕΕ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε 45% έως το 2030, από το 40% που είχε κατατεθεί πέρυσι, και την αύξηση του στόχου για την ενεργειακή απόδοση από το 9% που είχε τεθεί τον Ιούλιο του 2021 σε 13%.

Προτείνει επίσης να καταστούν υποχρεωτικοί οι ηλιακοί συλλέκτες για τα δημόσια κτίρια και τα νέα κτίρια κατοικιών από το 2025 και το 2029, αντίστοιχα.

«Είναι πιο επείγον από ποτέ η Ευρώπη να γίνει κυρίαρχος της μοίρας της, να αυξήσει την ανθεκτικότητα και την κυριαρχία της και να συνεχίσει να ηγείται παγκοσμίως στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης», δήλωσε ο επικεφαλής της ΕΕ για το κλίμα Φρανς Τίμερμανς.

Σύμφωνα με το σχέδιο, η χρήση του ρωσικού φυσικού αερίου θα μειωθεί κατά δύο τρίτα μέχρι το τέλος του 2022. Αυτό θα ακολουθηθεί από μια πιο σταδιακή, γραμμική μείωση της εξάρτησης λόγω του χρόνου που απαιτείται για τη δημιουργία ικανοτήτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

«Εάν ακολουθήσετε αυτή τη γραμμή, μόνο για λόγους επιχειρηματολογίας, θα φτάσετε στην ανεξαρτησία, [περίπου] το 2026 ή το 2027», πρόσθεσε ο αξιωματούχος.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο επίκεντρο του REPowerEU

Η ταχεία και μαζική ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ιδίως της ηλιακής ενέργειας, βρίσκεται στο επίκεντρο του σχεδίου REPowerEU, σύμφωνα με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη, η Επιτροπή θέλει να καταστήσει απλούστερες τις διαδικασίες αδειοδότησης, με τα νέα αιολικά και ηλιακά έργα να κηρύσσονται ως θέμα «υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος», και να καθιερωθούν σε εθνικό επίπεδο από περιοχές ‘go-to’ (μετάβασης) σε ζώνες με χαμηλό περιβαλλοντικό κίνδυνο.

Όμως, θα υπάρξει και κόστος που συνδέεται με αυτό, προσθέτει η Κομισιόν, λέγοντας ότι το σχέδιο REPowerEU θα συνεπάγεται πρόσθετες επενδύσεις 210 δισ. ευρώ από τον προϋπολογισμό της ΕΕ και τα έσοδα της αγοράς άνθρακα από τώρα έως το 2027. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, ο λογαριασμός αναμένεται να ανέλθει σε 300 δισ. ευρώ συνολικά.

Επιπλέον, η ταχεία απεξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια θα μπορούσε «να οδηγήσει σε μια περίοδο υψηλότερων και πιο ασταθών τιμών ενέργειας, λόγω της αύξησης του κόστους των ορυκτών καυσίμων», προειδοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Για να αντιμετωπιστεί αυτό, επιμένει σε μέτρα που θα προστατεύουν τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας των χωρών της ΕΕ να θέσουν ανώτατο όριο στις τιμές του φυσικού αερίου για τους καταναλωτές, «συμπεριλαμβανομένων των νοικοκυριών και της βιομηχανίας», και της φορολόγησης των απρόσμενων κερδών που πραγματοποιούν οι εταιρείες ηλεκτρισμού λόγω των σημερινών υψηλών τιμών του φυσικού αερίου.

Τα ορυκτά καύσιμα παίζουν ρόλο

Η ΕΕ θα πρέπει επίσης να διαφοροποιήσει τις προμήθειές της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο μακριά από τις ρωσικές πηγές, εφαρμόζοντας νέες συμφωνίες βραχυπρόθεσμα. Αυτό περιλαμβάνει συμφωνίες για υγροποιημένο φυσικό αέριο με τις ΗΠΑ, τον Καναδά και άλλους και τη δημιουργία μιας κοινής πλατφόρμας αγορών για τις χώρες που επιθυμούν να συμμετάσχουν.

«Πρέπει να είμαστε διαφανείς, πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: έχουμε ένα βραχυπρόθεσμο σοβαρό πρόβλημα εξαιτίας της Ρωσίας που δεν μπορεί να αντικατασταθεί άμεσα από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Έτσι θα πρέπει να βγούμε εκεί έξω στον κόσμο και να προσπαθήσουμε να βρούμε εναλλακτικές λύσεις για το ρωσικό φυσικό αέριο», δήλωσε ο Τίμερμανς, αναφέροντας ότι έχουν δημιουργηθεί επαφές με χώρες όπως η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Αλγερία και το Κατάρ.

Μια βασική πτυχή αυτών των διαπραγματεύσεων θα είναι η παροχή μακροπρόθεσμης ασφάλειας στους πιθανούς νέους προμηθευτές. «Γνωρίζουν ότι απεξαρτόμαστε από τα ορυκτά καύσιμα. Οπότε φυσικά κάνουν έναν υπολογισμό και αναρωτιούνται πότε η Ευρώπη θα σταματήσει να είναι πελάτης», δήλωσε ο Τίμερμανς.

«Έτσι, αυτό που τους προτείνουμε είναι αυτό που θα αποκαλούσα διπλή συμφωνία: πρώτα μια βραχυπρόθεσμη συμφωνία για να μας παρέχουν τα ορυκτά καύσιμα που χρειαζόμαστε και στη συνέχεια μια μακροπρόθεσμη συμφωνία για να τους εντάξουμε σε ένα παγκόσμιο σύστημα για την παραγωγή και τη χρήση πράσινου υδρογόνου», είπε.

Το σχέδιο περιλαμβάνει επίσης «χρηματοδότηση περίπου 10 δισεκατομμυρίων ευρώ σε ελλείποντες συνδέσμους για το φυσικό αέριο και το υγροποιημένο φυσικό αέριο, ώστε κανένα κράτος μέλος να μην μείνει στα κρύα του λουτρού και έως και 2 δισεκατομμύρια ευρώ για υποδομές πετρελαίου ενόψει της διακοπής της μεταφοράς ρωσικού πετρελαίου», δήλωσε η φον ντερ Λάιεν.

Αυτά έρχονται να προστεθούν στις υπάρχουσες υποδομές φυσικού αερίου που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των έργων προτεραιότητας της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων του διασυνδετήριου αγωγού φυσικού αερίου μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας, του διασυνδετήριου αγωγού Πολωνίας-Σλοβακίας, του Baltic Pipe μεταξύ Πολωνίας και Δανίας και του αγωγού Ελλάδας-Βουλγαρίας (IGB).

Νέοι τερματικοί σταθμοί υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) πρόκειται επίσης να ολοκληρωθούν στην Κύπρο και την Ελλάδα το 2023, καθώς και στο Γκντανσκ της Πολωνίας. Αρκετά έργα αποθήκευσης φυσικού αερίου βρίσκονται επίσης σε εξέλιξη στην Ελλάδα, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.

Ορισμένοι ευρωβουλευτές δήλωσαν ότι η βραχυπρόθεσμη εστίαση στην εξεύρεση νέων προμηθευτών ορυκτών καυσίμων είναι πιθανό να προκαλέσει προσωρινή αύξηση των εκπομπών, η οποία θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή της πράσινης νομοθεσίας.

«Σε περιόδους κρίσης, όταν πρέπει να αντικαταστήσουμε το ρωσικό φυσικό αέριο, εν μέρει και με άνθρακα, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να κάνουμε τα πάντα για να αυξήσουμε το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά αυτό απαιτεί χρόνο», δήλωσε ο Πέτερ Λίζε, Γερμανός ευρωβουλευτής που ηγείται της θέσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη μεταρρύθμιση της αγοράς άνθρακα της ΕΕ.

«Η μεγαλύτερη φιλοδοξία θα πρέπει επομένως μάλλον να επικεντρωθεί στο διάστημα μεταξύ 2027 και 2030», δήλωσε.

Εν τω μεταξύ, η εξέχουσα θέση των ορυκτών καυσίμων στο σχέδιο έχει επικριθεί από περιβαλλοντικές ΜΚΟ. «Τα σχέδια αυτά θα γεμίσουν ακόμη περισσότερο τις τσέπες ενεργειακών κολοσσών όπως η Saudi Aramco και η Shell, οι οποίοι έχουν ήδη κέρδη ρεκόρ από τον πόλεμο, ενώ οι άνθρωποι στην Ευρώπη αγωνίζονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς», δήλωσε η υπεύθυνη της Greenpeace για το κλίμα και την ενέργεια στην ΕΕ Σίλβια Παστορέλι.

«Η εστίαση της Επιτροπής στην ανταλλαγή μιας πηγής βρώμικου καυσίμου με μια άλλη συνεχίζει να χρηματοδοτεί την περιβαλλοντική καταστροφή και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θα την ‘εγκλωβίσει’ στο ορυκτό αέριο για τις επόμενες δεκαετίες», συνέχισε η ίδια.

Ωστόσο, ο Διεθνής Οργανισμός Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας επικρότησε το σχέδιο με τον Γενικό Διευθυντή Φραντσέσκο Λα Κάμερα να κάνει λόγο για μια «τολμηρή κίνηση για την ενίσχυση της ενεργειακής μετάβασης και την προσέλκυση επενδύσεων για ταχύτερη πράσινη στροφή».

Ο Τίμερμανς αναγνώρισε ότι οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στην Ευρώπη θα μπορούσαν να αυξηθούν βραχυπρόθεσμα ως αποτέλεσμα της προσπάθειας της Ευρώπης να διαφοροποιηθεί από τη ρωσική ενέργεια.

«Μπορεί να χρησιμοποιήσουμε τον άνθρακα λίγο περισσότερο – αυτό έχει αρνητικό αντίκτυπο στις εκπομπές σας», παραδέχθηκε. Ωστόσο, είπε ότι αυτό θα αντισταθμιστεί από την ταυτόχρονη ώθηση προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. «Έτσι, σε γενικές γραμμές, ελπίζω ότι θα έχουμε ακόμη και ένα πλεονέκτημα όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών μας», δήλωσε απαντώντας σε ερώτηση της EURACTIV.

Το πακέτο αποτελείται από τα εξής: