ΕΕ: Ενιαία βάση δεδομένων για την πιστοποίηση της περιεκτικότητας σε άνθρακα του υδρογόνου και των καυσίμων χαμηλών εκπομπών CO2

«Η συγκέντρωση όλων των δεδομένων από τους οικονομικούς φορείς σχετικά με όλα τα καύσιμα θα είναι πολύ περίπλοκη». [Shutterstock/Glenmore]

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει μια βάση δεδομένων για την πιστοποίηση του αποτυπώματος άνθρακα του υδρογόνου και άλλων καυσίμων χαμηλών εκπομπών άνθρακα με εναρμονισμένο τρόπο σε ενωσιακό επίπεδο.

Η πιστοποίηση άνθρακα της παραγωγής υδρογόνου – που σήμερα εξαρτάται κατά 96% από ορυκτά καύσιμα – θεωρείται ζωτικής σημασίας για την εισαγωγή κάποιας διαφάνειας και ιχνηλασιμότητας των καυσίμων χαμηλών εκπομπών άνθρακα στην αναδυόμενη εσωτερική αγορά.

Για να επιτευχθεί αυτό, η Επιτροπή σχεδιάζει μια βάση δεδομένων, η οποία αναμένεται να παρουσιαστεί τον Δεκέμβριο ως μέρος μιας δέσμης νομοθετικών μέτρων της ΕΕ που αποσκοπούν στην απαλλαγή του τομέα του φυσικού αερίου από τον άνθρακα.

Το νέο σύστημα ανακοινώθηκε για πρώτη φορά νωρίτερα φέτος από την Επίτροπο Ενέργειας της ΕΕ, Kadri Simson, στο πλαίσιο της αναθεώρησης της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

«Το σύστημα αυτό θα περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη πιστοποίηση για ανανεώσιμα και χαμηλών εκπομπών καύσιμα και αέρια. Και θα συνοδεύεται από ένα επικαιροποιημένο σύνολο κινήτρων για την προώθηση της χρήσης αυτών των καυσίμων σε διάφορους τομείς», δήλωσε η ίδια τον Φεβρουάριο.

Στόχος το 100% πράσινο υδρογόνο

«Όλα τα ανανεώσιμα και χαμηλών εκπομπών άνθρακα καύσιμα χρειάζονται ισχυρή πιστοποίηση σε όλο τον κύκλο ζωής τους. Μόνο έτσι θα συμβάλουν στην επίτευξη τόσο των ενεργειακών όσο και των κλιματικών στόχων», έγραψε αργότερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην τροπολογία του Ιουλίου άνω στην οδηγία της ΕΕ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες χρειάζονται μεγάλες ποσότητες καθαρού υδρογόνου για να απεξαρτητοποιήσουν από τον άνθρακα τις ενεργοβόρες βιομηχανίες τους, έχουν ήδη δηλώσει στην Επιτροπή ότι θα αποδέχονταν ευχάριστα μια τέτοια κίνηση.

«Οι κοινοί ορισμοί για το υδρογόνο… καθώς και ένας ισχυρός, διαφανής και εύκολος στην εφαρμογή μηχανισμός πιστοποίησης για το υδρογόνο, αποτελούν προϋποθέσεις για τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων από τους καταναλωτές καθώς και την ανάπτυξη μιας ταχέως αναπτυσσόμενης αγοράς υδρογόνου που θα συμβάλει στην κλιματική ουδετερότητα το 2050», αναφέρεται σε έγγραφο θέσεων που υπογράφουν η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Γερμανία, το Λουξεμβούργο, οι Κάτω Χώρες και η Ελβετία.

«Η ανάπτυξη ενός εναρμονισμένου συστήματος πιστοποίησης, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές πλαίσιο, θα πρέπει να αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή», προσθέτουν οι επτά χώρες στο έγγραφο.

Το καθαρό υδρογόνο θεωρείται ως μια πιθανή «ασημένια σφαίρα» για την απαλλαγή από τον άνθρακα σε βιομηχανίες όπως η χαλυβουργία και η χημική βιομηχανία, οι οποίες δεν μπορούν να ηλεκτροδοτηθούν πλήρως και χρειάζονται ενεργειακά πυκνά καύσιμα για την παραγωγή θερμότητας υψηλής θερμοκρασίας για τις βιομηχανικές τους διεργασίες.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι θα διαδραματίσει βασικό ρόλο στην επίτευξη των κλιματικών στόχων της ΕΕ, εκτιμώντας ότι το 24% της παγκόσμιας ενεργειακής ζήτησης το 2050 θα μπορούσε να καλυφθεί με καθαρό υδρογόνο.

Η επιχειρηματική υπόθεση της πιστοποίησης

Το 96% του υδρογόνου που καταναλώνεται σήμερα στην Ευρώπη είναι ορυκτής προέλευσης. Γι’ αυτό και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εναποθέτει τις ελπίδες της στο λεγόμενο «πράσινο υδρογόνο» που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Ωστόσο, το πράσινο υδρογόνο είναι σήμερα ακριβότερο από τα εναλλακτικά ορυκτά καύσιμα, καθιστώντας την πιστοποίηση του αποτυπώματος άνθρακα κρίσιμη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της αγοράς.

«Ο πραγματικός σκοπός της πιστοποίησης είναι η σύλληψη της υψηλής αξίας του ανανεώσιμου και χαμηλού άνθρακα υδρογόνου», δήλωσε ο Matthieu Boisson, διευθυντής της εταιρείας συμβούλων στρατηγικής υδρογόνου Hinico.

«Χωρίς πιστοποιητικό, δεν μπορείτε να αποδείξετε ότι έχετε παράγει ένα προϊόν υψηλής ποιότητας», εξήγησε ο Boisson, ο οποίος είναι επίσης υπεύθυνος έργου στο CertifHy, μια πρωτοβουλία υπό την ηγεσία της ΕΕ για την πιστοποίηση του υδρογόνου.

Αυτά τα πιστοποιητικά, τα οποία είναι μέχρι στιγμής εθελοντικά, ονομάζονται «Εγγυήσεις Προέλευσης» ( Guarantees of Origin – GO).

Οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας βασίζονται ήδη σε «Εγγυήσεις Προέλευσης» (GOs) για να πιστοποιήσουν την ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές όπως η αιολική και η ηλιακή ενέργεια. Αυτό τους επιτρέπει να πωλούν την ηλεκτρική τους ενέργεια με υψηλό τίμημα και δίνει τη δυνατότητα σε εταιρείες όπως η Google να επικυρώνουν αξιώσεις απέναντι στην ουδετερότητα του άνθρακα.

Τα πιστοποιητικά υδρογόνου είναι μια πρόσφατη προσθήκη στην οικογένεια GO. Εισήχθησαν το 2019 και παραδίδονται από έναν συνασπισμό που ονομάζεται CertifHy, ο οποίος παρέχει πληροφορίες σχετικά με την πηγή ενέργειας, τη μονάδα παραγωγής, τον χρόνο παραγωγής, την ένταση άνθρακα του προϊόντος και την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού.

Ωστόσο, το σύστημα GO δεν είναι υποχρεωτικό προς το παρόν και οι εκκλήσεις στον κλάδο αυξάνονται για τη θέσπιση ενός εναρμονισμένου συστήματος σε επίπεδο ΕΕ.

Το ρυθμιστικό κίνητρο της πιστοποίησης

Ένα άλλο σημαντικό κίνητρο για τη δημιουργία ενός συστήματος πιστοποίησης σε επίπεδο ΕΕ είναι η κανονιστική συμμόρφωση.

Για την επίτευξη των κλιματικών στόχων της ΕΕ για το 2030, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει τον διπλασιασμό του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ενεργειακή κατανάλωση της ΕΕ – από 20% σήμερα σε 40% μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Προκειμένου να προσμετρηθούν ως ανανεώσιμο καύσιμο σύμφωνα με την οδηγία της ΕΕ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το υδρογόνο και άλλα ηλεκτρονικά καύσιμα πρέπει να πιστοποιηθούν ως το λεγόμενο «ανανεώσιμο καύσιμο μη βιολογικής προέλευσης» (‘renewable fuel of non-biological origin’ – RFNBO). Επιπλέον, πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν εξοικονόμηση εκπομπών «τουλάχιστον 70%» σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα, ενώ παράλληλα να πληρούν κριτήρια βιωσιμότητας, όπως αυτά που ορίζει η Γερμανική Υπηρεσία Ενέργειας (DENA).

Για να γίνει αυτό, οι χώρες της ΕΕ «απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να αποδεικνύουν ότι πληρούνται τα κριτήρια βιωσιμότητας και εξοικονόμησης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου… για τα ανανεώσιμα καύσιμα και τα καύσιμα με ανακυκλωμένο άνθρακα», αναφέρει η Επιτροπή στην προτεινόμενη επικαιροποίηση της οδηγίας της ΕΕ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Συνεπώς, οι χώρες της ΕΕ έχουν έννομο συμφέρον να λειτουργήσει το σύστημα πιστοποίησης, καθώς κινδυνεύουν να πληρώσουν πρόστιμα εάν δεν επιτύχουν τους στόχους τους.

Τα κριτήρια εξοικονόμησης εκπομπών

Ένα κεντρικό ερώτημα, ωστόσο, είναι ο ορισμός αυτών των «κριτηρίων βιωσιμότητας και εξοικονόμησης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου».

Σύμφωνα με την ταξινόμηση της ΕΕ για την πράσινη χρηματοδότηση, η παραγωγή υδρογόνου πρέπει να επιτύχει μείωση των εκπομπών κατά 70%-73,4% σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα, προκειμένου να χαρακτηριστεί ως «βιώσιμη» οικονομική δραστηριότητα.

Το κατά πόσον αυτό το όριο μείωσης των εκπομπών κατά 70% είναι κατάλληλο θα αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω συζητήσεων στις Βρυξέλλες, καθώς η Επιτροπή προετοιμάζει τη δέσμη μέτρων για το φυσικό αέριο που θα καθορίσει περαιτέρω τα κριτήρια για το υδρογόνο και άλλα συνθετικά καύσιμα.

«Υπάρχουν ανησυχίες ότι ο στόχος του 70% στην ταξινόμησης για την παραγωγή υδρογόνου είναι πολύ χαλαρός για να διασφαλίσει μια πραγματική καθαρή μηδενική πορεία», λέει η Michaela Holl, εμπειρογνώμονας σε θέματα ενέργειας στο think-tank Agora Energiewende.

Οι βιομηχανικές ενώσεις επανέλαβαν αυτές τις ανησυχίες. Ακόμη και ένα όριο 75% θα άφηνε «περιθώριο για μια πιο φιλόδοξη προσέγγιση», δήλωσε ο Γιώργος Χατζημαρκάκης, πρόεδρος της βιομηχανικής ένωσης Hydrogen Europe.

Η Επιτροπή θα αποσαφηνίσει περαιτέρω τα κριτήρια για τη βιωσιμότητα και την εξοικονόμηση αερίων του θερμοκηπίου στην επερχόμενη δέσμη μέτρων για το φυσικό αέριο, η οποία αναμένεται στις 14 Δεκεμβρίου.

«Πρόσθετα κριτήρια σχετικά με τη δέσμευση και τα ποσοστά διαρροής θα είναι απαραίτητα ως μέρος του πακέτου του Δεκεμβρίου», επισήμανε ο Holl.

Προκλήσεις

Το ευρύ πεδίο εφαρμογής της μελλοντικής βάσης δεδομένων της ΕΕ για τα ηλεκτρονικά καύσιμα και το υδρογόνο φέρνει επίσης μια σειρά άλλων προκλήσεων που σχετίζονται με την εφαρμογή.

Για να διασφαλιστεί η πλήρης διαφάνεια και να «αποτραπεί η εξαπάτηση», το υδρογόνο «πρέπει να βασίζεται στην αρχή των ‘πέντε Τ’», δήλωσε ο Χατζημαρκάκης. Αυτό σημαίνει ότι «πρέπει να είναι: traceable , δηλ. ανιχνεύσιμο (από πού προέρχεται), trackable, δηλ. εντοπίσιμο (πού πηγαίνει), tradeable δηλ. εμπορεύσιμο, transparent δηλ. διαφανές (με ψηφιακές πληροφορίες) και trustworthy δηλ. αξιόπιστο», δήλωσε στη EURACTIV σε πρόσφατη συνέντευξή του.

Ωστόσο, υπάρχουν ανησυχίες ότι η πολυπλοκότητα της βάσης δεδομένων μπορεί να αυξήσει το κόστος συμμόρφωσης για τους φορείς εκμετάλλευσης και να ανεβάσει την τιμή του πράσινου υδρογόνου, το οποίο ήδη δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί στην αγορά.

«Η συγκέντρωση όλων των δεδομένων από τους οικονομικούς φορείς σχετικά με όλα τα καύσιμα θα είναι πολύ περίπλοκη», σημείωσε ο Boisson. Μια σχετική πρόκληση θα είναι «να διασφαλιστεί ότι η βάση δεδομένων της Ένωσης τροφοδοτείται σωστά από τους οικονομικούς φορείς και ότι τα δεδομένα που περιέχονται σε αυτήν είναι ποιοτικά», πρόσθεσε.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το αναγνωρίζει αυτό, λέγοντας ότι η επερχόμενη βάση δεδομένων της ΕΕ «μπορεί να αυξήσει σε κάποιο βαθμό το διοικητικό βάρος και το κόστος για τους οικονομικούς φορείς, τα εθελοντικά συστήματα και τα κράτη μέλη».

Ένας τρόπος για τη μείωση του κόστους θα μπορούσε να είναι η στήριξη στην εμπειρογνωμοσύνη των καθιερωμένων παρόχων εθελοντικής πιστοποίησης, δήλωσε ο Boisson, αναφέροντας το CertifHy για το υδρογόνο και τους RFNBOs, το ISCC και το REDcert για τα βιοκαύσιμα και το ERGaR για τις διασυνοριακές συναλλαγές βιομεθανίου μέσω του ευρωπαϊκού δικτύου.

Αυτοί «θα μπορούσαν να αποτελέσουν την πύλη μεταξύ των δεδομένων που παρέχουν οι οικονομικοί φορείς και της βάσης δεδομένων της Ένωσης» και να καταστήσουν την πιστοποίηση πιο ομαλή, εξήγησε ο Boisson. Οι πάροχοι πιστοποίησης θα λειτουργούσαν επίσης ως φίλτρο για τη βάση δεδομένων της ΕΕ, διότι θα «προσέθεταν ένα στρώμα εμπειρογνωμοσύνης πριν από τη λήψη οποιωνδήποτε δεδομένων», είπε.