Δυσκολεύεται να διαχειριστεί τις αμερικανικές κυρώσεις για τον Nord Stream η Μόσχα

Εγκατάσταση σωληνώσεων του Nord Stream 2 στα γερμανικά ύδατα [© Nord Stream 2 / Axel Schmidt]

Σε μια σειρά διπλωματικών ενεργειών και επίσημων αντιδράσεων επιδίδεται τις τελευταίες ημέρες η Μόσχα σε μια προσπάθεια να διαχειριστεί τις αμερικανικές κυρώσεις για τον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream II. Κι αυτό γιατί, όπως φαίνεται και από τις κινήσεις του Κρεμλίνου και, παρά τις αντίθετες δηλώσεις από την κρατικά ελεγχόμενη εταιρεία κατασκευής Gazprom, ο αγωγός δύσκολα θα υλοποιηθεί χωρίς τις εταιρείες που υφίστανται τις αμερικανικές κυρώσεις σε περίπτωση συμμετοχής στην ολοκλήρωσή του.

Με βάση τον νόμο CAATSA (Countering America`s Adversaries Through Sanctions Act) του 2017, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρόκειται να προχωρήσουν σε επιβολή κυρώσεων προς όλες τις εταιρείες που θα συμμετέχουν στην κατασκευή τόσο του Nord Stream 2, που βρίσκεται στο τελικό στάδιο υλοποίησής του, όσο και στον Turkish Stream, που αφορά την παροχή ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη διαμέσου της Τουρκίας. Η διαφωνία ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Μόσχα για τους δύο αγωγούς βασίζεται στην αντίληψή τους για τον στρατηγικό χαρακτήρα των αγωγών και τη σημασία τους για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.

Η Ρωσία επιμένει ότι οι αγωγοί έχουν έναν αμιγώς εμπορικό χαρακτήρα και αποτελούν προσπάθεια επέκτασης των οικονομικών δραστηριοτήτων της Gazprom. Ο εκπρόσωπος Τύπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πέσκοφ, επεσήμανε πως οι κυρώσεις βαίνουν κατά των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς θα αγοράζουν πιο ακριβό φυσικό αέριο και με λιγότερο ευνοϊκούς όρους ενώ έκανε λόγο περί αθέμιτου ανταγωνισμού και ωμών πιέσεων για ζητήματα οικονομικής φύσεως. Στο ίδιο μήκος κύματος και η εκπρόσωπος Τύπου του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, που επεσήμανε πως «πρόκειται για χρήση πολιτικής πίεσης για αθέμιτο ανταγωνισμό»

Οι ΗΠΑ απεναντίας αντιμετωπίζουν τους δύο αγωγούς ως κορωνίδα μιας ευρύτερης προσπάθειας εργαλειοποίησης των ενεργειακών πόρων για άσκηση ενεργειακής διπλωματίας σε βάρος της Ευρώπης μέσω του περιορισμού των πηγών και των οδεύσεων του φυσικού αερίου για τη γηραιά ήπειρο. Βλέπουν, ακόμη, μία συμπαγή προσπάθεια παραγκωνισμού του ρόλου της Ουκρανίας στη διαμετακόμιση του φυσικού αερίου και της διαμόρφωσης εναλλακτικών πηγών για την ενεργειακή τροφοδοσία. Υπό αυτό το πρίσμα, με προεξάρχουσα την Ουκρανία, πολλά κράτη – μέλη της Ε.Ε., και ειδικά από το ανατολικό μπλοκ, συντάσσονται με την αμερικανική θέση παρά και τις αντίθετες τοποθετήσεις των Βρυξελλών.

«Είναι μια κατηγορηματική προειδοποίηση προς τις εταιρείες, που βοηθούν στην υλοποίηση των ρωσικών έργων και συμμετέχουν σ’ αυτά και λέει ότι αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Αποχωρήστε τώρα, ή κινδυνεύετε να υποστείτε συνέπειες» δήλωσε ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, για το ζήτημα και διευκρίνισε: «Είναι κύρια εργαλεία του Κρεμλίνου που χρησιμοποιεί για να εκμεταλλευθεί και να διευρύνει την εξάρτηση της Ευρώπης από τις ρωσικούς ενεργειακούς πόρους, εργαλεία τα οποία υπονομεύουν την Ουκρανία, σταματώντας τη μεταφορά φυσικού αερίου μέσω αυτής της κρίσιμης σημασίας δημοκρατικής χώρας, εργαλείο το οποίο σε τελική ανάλυση υπονομεύει τη διατλαντική ασφάλεια. Οι ΗΠΑ είναι πάντα έτοιμες να βοηθήσουν τους Ευρωπαίους μας φίλους και να καλύψουν τις ενεργειακές τους ανάγκες».

Σημειώνεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εκφράσει, ήδη προτού ξεκινήσει η κατασκευαστική διαδικασία του Nord Stream 2, την αντίθεσή τους αναφορικά με την υλοποίησή του.

Η ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΤΡΑΜΠ…

Το καίριο ερώτημα για τη γερμανική και εν γένει την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική στρέφεται γύρω από τους παράγοντες διαμόρφωσης των αποφάσεων για επιβολή κυρώσεων σε ευρωπαϊκές εταιρείες. Υψηλόβαθμος Γερμανός αξιωματούχος ανέφερε στο Gulf Today πως οι σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Βερολίνου δύσκολα θα επιστρέψουν στις συνθήκες που βρίσκονταν στο παρελθόν. Αυτό, ωστόσο, μένει να φανεί και από τις επικείμενες εκλογές του φθινοπώρου στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε κάθε περίπτωση, το νομοσχέδιο για την επιβολή κυρώσεων ήρθε στο αμερικανικό Κογκρέσο ως μια συνεργασία μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων με ισχυρή διακομματική υποστήριξη και πολύ δύσκολα θα αλλάξει ακόμη και με ενδεχόμενη αλλαγή της προεδρίας με το νέο έτος. Άλλωστε, η κατάθεση του σχετικού νομοσχεδίου έγινε από τον ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή Τεντ Κρουζ και τη δημοκρατική Τζιν Σαχίν. Πάνω στο ίδιο πλαίσιο, ο Jonathan Hackenbroich από το European Council on Foreign Relations, επεσήμανε το προηγούμενο διάστημα ότι οι Ευρωπαίοι αναρωτιούνται σε ποιο βαθμό η αλλαγή στη στάση των ΗΠΑ απέναντι στους συμμάχους είναι απόφαση του Τραμπ ή μία μόνιμη συνθήκη.

… ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Το Βερολίνο φαίνεται, ωστόσο, ότι δεν έχει καμία πρόθεση να πληρώσει τον λογαριασμό για τις αμερικανικές κυρώσεις καθώς, σε μια προσπάθεια να μεταθέσει τα βαρίδια προς τις Βρυξέλλες, ζήτησε διαμέσου των επιχειρήσεων πακέτο οικονομικής βοήθειας από την Ευρωπαϊκή Ένωση σε περίπτωση που επιβληθούν τελικά οι αμερικανικές κυρώσεις και κληθούν να αντιμετωπίσουν προβλήματα με την κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου. Όπως έχει γράψει το economix.gr, (δείτε εδώ) τη θέση των γερμανικών εταιρειών φαίνεται πως υποστηρίζει και η Ανατολική Επιτροπή – Ένωση Ανατολικής Ευρώπης της γερμανικής οικονομίας στην οποία και μετέχουν επιχειρήσεις από τη Γερμανία, την ευρύτερη κεντρική, ανατολική και νοτιανατολική Ευρώπη καθώς και την κεντρική Ασία. Ο διευθύνων σύμβουλός της, Μίχαελ Χαρμς, είχε τονίσει ότι θα υποστήριζαν ένα ευρωπαϊκό πακέτο διάσωσης καθώς δεν θα μπορούσαν να ενοχοποιηθούν οι εταιρείες επειδή έδειξαν εμπιστοσύνη στην υπάρχουσα ασφάλεια δικτύου.

Υπενθυμίζεται ότι το συνολικό κόστος για την κατασκευή του αγωγού που θα διασχίζει υποθαλάσσια τις ΑΟΖ και τα ύδατα σε Ρωσία, Σουηδία, Δανία, Φιλανδία και Γερμανία ανέρχεται στα 9.5 δις. ευρώ, εκ των οποίων η ρωσική Gazprom έχει αναλάβει να καλύψει το μισό με το υπόλοιπο να βαραίνει τις ευρωπαϊκές εταιρείες. Σε ό, τι αφορά τις ευρωπαϊκές εταιρείες που θα βρεθούν αντιμέτωπες με ενδεχόμενες κυρώσεις, πρόκειται για τις Uniper, Shell, OMV, Wintershall Dea και Royal Dutch Shell.

X