Μαριέττα Γιαννάκου: H επόμενη μέρα στην ΕΕ μετά τις γερμανικές εκλογές

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

Η αποχώρηση της Ανγκέλα Μέρκελ, αναμφίβολα δημιουργεί ένα κενό ηγεσίας που είναι δύσκολο να καλυφθεί. [EPA-EFE/FILIP SINGER]

Τις τελευταίες εβδομάδες η Ευρώπη αναμένει το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών για να μπορεί να προσαρμοστεί στα όποια νέα δεδομένα.

Μέχρι στιγμής, οι Σοσιαλδημοκράτες κρατούν ένα προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, με ένα υψηλό ωστόσο ποσοστό αναποφασίστων και με ένα επίσης μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων να συμμετέχουν μέσω επιστολικής ψήφου.

Με αυτά τα δεδομένα, σε πιθανή νίκη των πρώτων θα χρειαστούν δύο ακόμα κόμματα (Πράσινοι, Φιλελεύθεροι;) για να επιτευχθεί πλειοψηφία, με μείζον θέμα αν μπορεί να συμπεριληφθεί και το κόμμα Die Linke. Από την άλλη δεν μπορεί να απορρίπτεται -παρόλο δύσκολο-ξανά ένας μεγάλος συνασπισμός με το CDU (Grosse Koalition).

Επίσης, μπορεί η κα Μέρκελ να μην είναι ξανά υποψήφια, αλλά μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για την νέα κυβέρνηση, θα παραμείνει Καγκελάριος. Η αποχώρηση της τελευταίας, αναμφίβολα δημιουργεί ένα κενό ηγεσίας που είναι δύσκολο να καλυφθεί, ενώ ταυτόχρονα ο επόμενος Καγκελάριος, θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις στην πολιτική της Γερμανίας στην ΕΕ, αφού οι προκλήσεις που η Ευρώπη αντιμετωπίζει σήμερα – πανδημία, κλιματική κρίση, ψηφιακή μετάβαση, κράτος δικαίου, μεταναστευτική πολιτική, γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί – απαιτούν ριζικές λύσεις. Με αρκετές νομοθετικές διεργασίες ήδη να προχωρούν, η νέα κυβέρνηση πρέπει να κινηθεί ταχύτατα για να βοηθήσει στην καθοδήγηση αυτών των πρωτοβουλιών, οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας για το μέλλον της ΕΕ.

Καταρχήν, πρέπει να αναπτυχθεί ξανά ένα όραμα για την Ευρώπη. Οι διαπραγματεύσεις για την νέα κυβέρνηση με τους αναγκαίους συμβιβασμούς και παραχωρήσεις, ενδεχομένως θα καθυστερήσει μία τέτοια δυναμική. Κανείς από τους υποψηφίους δεν έχει εμπειρία σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ούτε είναι καλοί γνώστες του μηχανισμού της ΕΕ, ενώ στερούνται στενών προσωπικών επαφών με άλλους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων.

Για αυτό εκτιμώ πως αμφότερες οι πλευρές θα χρειαστούν χρόνο. Παρόλο που η Γερμανία έχει ένα μεγάλο δίκτυο επαφών και συμμαχιών μέσα στην Ένωση, όπως και σημαντικούς δρώντες σε καίριες θέσεις, θα χρειαστεί χρόνο και πόρους για την διατήρηση αλλά και ενίσχυση αυτών.

Το θετικό είναι πως παρόλο που στην προεκλογική εκστρατεία και στα τρία debate που διεξήχθησαν τα θέματα της ΕΕ σε μεγάλο βαθμό έλαμψαν δια της απουσίας τους, οι κκ. Σολτς και Λάσετ έχουν τονίσει την σημασία της ΕΕ, της πολυμέρειας και των διατλαντικών σχέσεων, καθώς και την ανάγκη για συνεργασία και διάλογο -όπου είναι δυνατό- με Ρωσία και Κίνα. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις υπάρχουν ενστάσεις από τους Πράσινους.

Από την άλλη, η αποχώρηση της κας Μέρκελ, κατά μερικούς σημαίνει και ενίσχυση του κ. Μακρόν σε επίπεδο ΕΕ. Στον βαθμό που ισχύει αυτό, σε αυτή την εξίσωση της νέας ηγεσίας στην Ένωση πρέπει να συμπεριλαμβάνεται ο Ολλανδός κ. Ρούτε, ως το παλαιότερο πλέον μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αλλά και εις εκ των ισχυρών παικτών εκ μέρους των «φειδωλών» κρατών σε θέματα οικονομίας.

Η νέα κυβέρνηση δεν πρέπει επίσης να χάσει καθόλου χρόνο στο θέμα της ενίσχυσης του γαλλογερμανικού άξονα και της σημασίας του για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Οι επικείμενες γαλλικές προεδρικές εκλογές τον Απρίλιο εν μέσω γαλλικής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ -των πολλών προτεραιοτήτων και των αρκετών ανοικτών ζητημάτων-, τονίζουν την ανάγκη για άμεση συνεργασία.

Προς αυτή την κατεύθυνση, οι δύο πλευρές (Γερμανία-Γαλλία) πρέπει να πιέσουν ώστε οι συστάσεις που θα κατατεθούν στην Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης την άνοιξη του 2022, να μετατραπούν σε συγκεκριμένες δράσεις και μεταρρυθμίσεις στην ΕΕ. Με αυτό τον τρόπο θα δοθεί ένα νέο αφήγημα για την ανανέωση της Ένωσης. Παράλληλα και οδεύοντας στην μετα-πανδημία περίοδο, η επόμενη γερμανική κυβέρνηση θα συμμετέχει στην συζήτηση για την νέα οικονομική διακυβέρνηση και τις ενδεχόμενες αλλαγές στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, με τον κ. Σόλτς να τάσσεται υπέρ κάποιων αλλαγών και τον κ. Λάσετ να τάσσεται κατά.

Για τον πρώτο, η μη συνυπογραφή του μερικές μέρες πριν ως υπουργός Οικονομικών σε non paper που υπέγραψαν συνάδελφοι οκτώ βορείων και ανατολικών χωρών, με το οποίο εμμένουν στην ανάγκη αποκατάστασης της δημοσιονομικής πειθαρχίας μετά την εκπνοή ισχύος της Γενικής Ρήτρας Διαφυγής, στο τέλος του 2022, θα φανεί αν αποτελεί προεκλογικό τέχνασμα ή όχι.
Επιπλέον, ο διάδοχος της κας Μέρκελ, θα έχει να αντιμετωπίσει μια σειρά άμεσων γεωπολιτικών προκλήσεων (Κίνα, Ρωσία, στρατηγική αυτονομία ΕΕ). Για την Κίνα, η ΕΕ είναι ακόμα αναποφάσιστη στον ενιαίο τρόπο αντιμετώπισης με την Γερμανία να υποστηρίζει τα εθνικά οικονομικά της συμφέροντα, ενώ και στην περίπτωση της Ρωσίας, έχει διαφορετική στάση σχετικά με τον ενεργειακό εφοδιασμό (Νord Stream 2).

Τέλος, μετά τις επικρίσεις των Ευρωπαίων συμμάχων για μονομερή διαχείριση της αποχώρησης από το Αφγανιστάν και εν συνεχεία με την σοβαρή διπλωματική κρίση με τη Γαλλία, με επίκεντρο ένα μεγάλο συμβόλαιο εξοπλισμών, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ώστε να διαμορφώσει η Ένωση τις δικές τις προτεραιότητες ασφάλειας στο ζωτικό χώρο της Ευρώπης. Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται όμως και η γερμανική σύμπλευση. Στο μεγάλο θέμα του μεταναστευτικού, ιδίως μετά και τις εξελίξεις στο Αφγανιστάν, θεωρώ πως δεν θα υπάρξει πρόοδος, τουλάχιστον μέχρι και την ολοκλήρωση των γαλλικών προεδρικών εκλογών.

Εν κατακλείδι, ο αντίκτυπος των γερμανικών εκλογών σχετικά με την ΕΕ αποτελεί κατά μερικούς ένα μεγάλο ερωτηματικό, κατά άλλους “business as usual”. Σε μία χώρα όπως η Γερμανία που έχει μία συνέχεια στα ευρωπαϊκά ζητήματα και δεν αλλάζει πολιτικές από την μία μέρα στην άλλη, προσδοκία όλων μας πρέπει να είναι η νέα ηγεσία να προσαρμοστεί γρήγορα και να βρει τον τρόπο, να αναπτύξει ξανά ένα όραμα για την Ευρώπη.

*Βουλευτής Επικρατείας, Αντιπρόεδρος ΚΣ ΝΑΤΟ, αντιπρόσωπος Βουλής των Ελλήνων στην Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης, πρώην Υπουργός, πρώην Ευρωβουλευτής