Ανάλυση: Το Ιταλικό πολιτικό τοπίο λίγο πριν τις εκλογές

Ο πολιτικός ερευνητής Davide Policastro [Agenzia Quorum]

Ο Davide Policastro είναι πολιτικός ερευνητής, συνιδρυτής της πλατφόρμας δημοσκοπήσεων Quorum και του διαδικτυακού περιοδικού YouTrend.it. Έχει συνεργαστεί με τον συνεταιρισμό κοινωνικοπολιτικής έρευνας RES Coop και με την πλατφόρμα Termometro Politico.

Μίλησε στη δημοσιογράφο της Euractiv Ελλάδoς, Σοφία Ελανίδου για τις ιταλικές εκλογές της 4ης Μαρτίου και για τη ρευστότητα που χαρακτηρίζει το σημερινό ιταλικό πολιτικό τοπίο.

Τα βασικά συμπεράσματά του, λίγες μόνο μέρες πριν από τις εκλογές:

  • Η νίκη της κεντροδεξιάς είναι η αναμενόμενη, αλλά οι πρόωρες εκλογές εντός του έτους δεν αποκλείονται.
  • Σε κάθε περίπτωση η διαπραγματευτική θέση της Ιταλίας στην Ευρώπη βρίσκεται σε κίνδυνο αλλά η χρηματοπιστωτική κρίση δεν αποτελεί ουσιαστική πιθανότητα.
  • Σε αυτές τις εκλογές, την ιταλική ψήφο θα καθορίσουν η αντιπάθεια, η αγανάκτηση, οι πολιτικές πεποιθήσεις και ο φόβος μήπως κερδίσουν «oι άλλοι».

Θα μπορούσατε να μας εξηγήσετε την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Ιταλία (σε συνάρτηση με τις δημοσκοπήσεις) ;

Μέχρι σήμερα, η Ιταλία κυβερνάται από τον Paolo Gentiloni, μέλος του Δημοκρατικού Κόμματος (PD) του Matteo Renzi, της κύριας δύναμης της κεντροαριστεράς. Η κυβέρνηση αποτελείται από το PD, από μια ομάδα αποσχιθέντων της Forza Italia (όπως ο σημερινός Υπουργός Εξωτερικών, καθώς επίσης ο Angelino Alfano, πρώην «πουλέν» του Σίλβιο Μπερλουσκόνι) και από ένα μεγάλο μέρος του κεντρώου συνασπισμού που εμφανίστηκε στις εκλογές του 2013 υπό την ηγεσία του Mario Monti, που πλέον όμως δεν υπάρχει με αυτή τη μορφή στη σημερινή πολιτική σκηνή.

Η σημερινή κυβέρνηση, η οποία ανέλαβε καθήκοντά το Δεκέμβριο του 2016, μετά την βαριά ήττα του Matteo Renzi στο συνταγματικό δημοψήφισμα, -εν μέρει χάρη στη ρητή επιλογή της να διατηρήσει ένα χαμηλό προφίλ από επικοινωνιακής απόψεως και εν μέρει χάρη στις λιγοστές άμεσες επιθέσεις που δέχτηκε από την αντιπολίτευση, η οποία συνήθως τοποθετείται απευθείας κατά του Μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό, που ο Gentiloni, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, είναι ο πιο δημοφιλής εθνικός ηγέτης: περισσότερο ακόμη και από όλους τους υποψήφιους πρωθυπουργούς αυτή τη στιγμή.

Ωστόσο, αυτή η κυβέρνηση είναι απίθανο να επαναληφθεί. Μια παραδοσιακή ανάγνωση του πολιτικού σκηνικού θα τοποθετούσε την κεντροδεξιά, την κεντροαριστερά, την αριστερά και το Κίνημα Πέντε Αστέρων ως τέσσερα ξεχωριστά μπλοκ.

Η κεντροδεξιά, που σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις συγκεντρώνει περίπου το 36% των ψήφων, (πριν το «σκοτάδι» που επιβάλλει η ιταλική νομοθεσία όσον αφορά τη δημοσίευση δημοσκοπήσεων δύο εβδομάδες προ των εκλογών), είναι υποψήφια να κυβερνήσει με συνασπισμό τεσσάρων κομμάτων: τη Forza Italia του Μπερλουσκόνι, τους Fratelli d’ Italia, μετα-φασιστικό σχηματισμό με επικεφαλής την Georgia Meloni, τους Noi con l’ Italia του Raffaele Fitto, μικρό κόμμα μετρίας Καθολικής εμπνεύσεως και τέλος, τη Λέγκα του Matteo Salvini. Η Λέγκα, η οποία τα τελευταία χρόνια βιώνει βαθιά μεταμόρφωση (με έμβλημα την κατάργηση του «Βορρά» από το όνομα του κόμματος): από κίνημα με αυτονομιστικές τάσεις και βαθιά ριζωμένο στον ιταλικό Βορρά, σε δύναμη “Λεπενικής” εμπνεύσεως, περισσότερο κατανεμημένη στην εθνική επικράτεια,.

Η κεντροαριστερά, η οποία συγκεντρώνει συνολικά περίπου το 27%, καθοδηγείται από το Δημοκρατικό Κόμμα του Matteo Renzi, σε συμμαχία με το φιλοευρωπαϊκό κόμμα +Europa της Emma Bonino και το κόμμα Insieme.

Το Κίνημα Πέντε Αστέρων, κόμμα με σημαία τη μάχη ενάντια στο κατεστημένο, το οποίο βρίσκεται στο 28%, έχει θέσει υποψηφιότητα να κυβερνήσει μόνο του. Τέλος, οι Liberi e Uguali, εκλογική σύμπραξη που περιλαμβάνει τους αποσχιθέντες της αριστερής πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος και άλλες δυνάμεις της αριστεράς, βρίσκεται περίπου στο 5%.

Πριν από τις εκλογές, επικυρώθηκε ένας νέος εκλογικός νόμος. Yπό το πρίσμα αυτού του νέου συστήματος και του γεγονότος ότι στην Ιταλία αυτή τη στιγμή υπάρχουν τρεις περίπου ισοδύναμες πολιτικές δυνάμεις, κατά την άποψη σας, θα επιτευχθεί η σύσταση κυβέρνησης ή θα προκύψει η ανάγκη ανασχηματισμού των συνασπισμών ή δημιουργίας υπηρεσιακής κυβέρνησης;

Στο σημερινό πολιτικό τοπίο, ο μόνος συνασπισμός που μπορεί να φιλοδοξεί να αποκτήσει πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία της Δημοκρατίας είναι η κεντροδεξιά. Το κύριο πρόβλημα είναι ότι η κεντροδεξιά αυτή τη στιγμή δεν έχει σαφή ηγέτη. Στο σύμφωνο του συνασπισμού που υπέγραψαν οι ηγέτες, στην πραγματικότητα, ο υποψήφιος πρωθυπουργός θα επιλεγεί από το κόμμα που θα πάρει τις περισσότερες ψήφους.

Κατά πάσα πιθανότητα, το κόμμα αυτό θα είναι η Forza Italia (το οποίο εκτιμάται ότι βρίσκεται στο 16%, ακολουθούμενο από τη Λέγκα στο 13%). Ωστόσο, ο Μπερλουσκόνι, ο οποίος θα ήταν κανονικά ο φυσικός υποψήφιος για πρωθυπουργός, αλλά που λόγω καταδίκης για φορολογική απάτη απαγορεύεται επί του παρόντος να αναλάβει οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα, μάλλον επιμελώς, δεν έχει ακόμη υποδείξει ρητά κανέναν εναλλακτικό υποψήφιο. Βέβαια, κυκλοφορεί έντονα το όνομα του σημερινού Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Antonio Tajani.

Αυτή η κατάσταση αβεβαιότητας ώθησε πολλούς αναλυτές επί μεγάλο χρονικό διάστημα να χαρακτηρίσουν ως «δεδομένη» μια μελλοντική κυβέρνηση ευρείας συμφωνίας μεταξύ PD και FI, με τον Gentiloni ως πιθανότερο πρωθυπουργό. Το πρόβλημα είναι ότι, υπό την παρούσα κατάσταση, αυτή η υπόθεση δεν είναι εφικτή. Ήδη από πολιτικής απόψεως, είναι προφανές ότι ο Matteo Renzi δεν θέλει το Δημοκρατικό Κόμμα (που μέχρι και το «σκοτάδι» των δημοσκοπήσεων θεωρείτο ότι βρίσκεται στο 23%), να συνεχίσει να χάνει ψήφους στο όνομα της διακυβέρνησης, έχοντας ήδη υποφέρει πάρα πολύ από το γεγονός ότι διατηρούσε μια κυβέρνηση ευρείας συνεργασίας επί 5 χρόνια.

Δεύτερον, με βάση τις προσομοιώσεις που διεξήχθησαν στην πλατφόρμα μας, σε συνεργασία με τους Reti και Rosatellum.info, ακόμη και αν υπάρξει πολιτική βούληση και τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων που δημοσιεύθηκαν μέχρι τις 16 Φεβρουαρίου αποδειχθούν σωστά, δεν θα υπάρξουν τα απαραίτητα ποσοστά.

Ένα εναλλακτικό σενάριο θα ήταν αυτό μιας αντιευρωπαϊκής και υπέρ της εθνικής κυριαρχίας κυβέρνησης, απαρτιζόμενης από τους Λέγκα, Fratelli d’Italia και Κίνημα Πέντε Αστέρων. Αλλά ακόμη και μια τέτοια ετερογενής συμμαχία, εκτός από το ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατηρηθεί πολιτικά, δεν θα είχε τα απαραίτητα ποσοστά για να κυβερνήσει.

Αν και η κατάσταση εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά ρευστή, και καθώς σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο ακόμη και σχετικά μικρές αλλαγές θα μπορούσαν να αλλάξουν ριζικά την κατάσταση, το πιο πιθανό σενάριο σήμερα είναι ότι το επόμενο Κοινοβούλιο δεν θα είναι σε θέση να εκφράσει πλειοψηφία. Επομένως, αυτό οδηγεί αυτόματα σε πρόωρες εκλογές εντός του έτους, ωστόσο αυτό δεν είναι καθόλου σίγουρο και θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό, εκτός από το πόσους βουλευτές θα είναι σε θέση κάθε πολιτική δύναμη να εκλέξει, και από το  ποιους συγκεκριμένα.

Κατά την άποψη σας, ποιοί θα είναι οι κύριοι παράγοντες που θα επηρεάσουν την τελική ψήφο;

Εξετάζοντας τις δημοσκοπήσεις πριν από τη «σκοτεινή» περίοδο, η μετανάστευση, η ασφάλεια, η εργασία και η φορολογία τείνουν να είναι τα πιο σημαντικά θέματα με βάση τα οποία οι πολίτες θα αποφασίσουν σε ποιον θα δώσουν τη ψήφο τους. Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, πιο καθοριστικοί παράγοντες φαίνεται πως είναι άλλοι: η ψήφος «εναντίον» ενός ηγέτη με κίνητρο την αντιπάθεια ή την αγανάκτηση, οι πολιτικές πεποιθήσεις και ο φόβος ότι αν κερδίσουν «oι άλλοι» θα σημάνει καταστροφή, αποτελούν κατά τη γνώμη μου, πολύ πιο καθοριστικά στοιχεία. Από αυτή την άποψη, η επικοινωνιακή επανατοποθέτηση του Μπερλουσκόνι, ο οποίος κατά το τελευταίο ενάμισι έτος ξεκίνησε να παρουσιάζει τον εαυτό του ως έναν ηλικιωμένο ευγενή, συμπαθητικό και καθησυχαστικό, αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη και αυτό το επιβεβαιώνουν και τα έως τώρα διαθέσιμα δεδομένα.

Με βάση τα μετεκλογικά σενάρια, πώς βλέπετε τη θέση της Ιταλίας στην Ευρώπη;

Τα πιο πιθανά μετεκλογικά σενάρια μοιράζονται δύο χαρακτηριστικά: την παραμονή της Ιταλίας στην Ευρώπη και το ευρώ και μια εξασθένηση της διαπραγματευτικής ισχύος της Ιταλίας αναφορικά με τις διαπραγματεύσεις για τις εσωτερικές υποθέσεις της ΕΕ. Η εσωτερική κατάσταση διακινδυνεύει να έρθει η Ιταλία σε ακινησία στο ευρωπαϊκό περιβάλλον, επιπλέον επειδή η μόνη πολιτική πλευρά που έχει συγκεκριμένη γραμμή κινήσεων για το ευρωπαϊκό πεδίο, είναι η κεντροαριστερά, κυρίως χάρη στην ύπαρξη του κόμματος +Europa. Η κεντροδεξιά είναι διαιρεμένη ανάμεσα στη Forza Italia από τη μια πλευρά και τους ευρωσκεπτικιστές και υπέρ της εθνικής κυριαρχίας Λέγκα και Fratelli d’ Italia από την άλλη. Αντίστοιχα, το Κίνημα Πέντε Αστέρων είχε ανέκαθεν διφορούμενη στάση όσον αφορά το ρόλο της Ιταλίας στην Ένωση.

Υπάρχει κίνδυνος η Ιταλική οικονομία να βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με μια οικονομική κρίση, είτε λογω μετεκλογικής αβεβαιότητας είτε εξαιτίας κάποιων προεκλογικών δεσμεύσεων των κομμάτων;

Υπάρχει κίνδυνος, αλλά μέχρι στιγμής τίποτα δεν δείχνει ότι, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, μπορεί να υπάρξουν αναταράξεις αυτού του είδους. Εάν όμως καταστεί εφικτή η υπόθεση -προς το παρόν αρκετά μακρινή-, ενός συνασπισμού αντιευρωπαϊκής και υπέρ της εθνικής κυριαρχίας κυβέρνησης, η Ιταλία θα μπορούσε να βρεθεί αμέσως στο επίκεντρο μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, εξαιτίας της απώλειας κεφαλαίων και επενδυτών. Ωστόσο, αν τα πιο πιθανά σενάρια κινδύνου (μια κεντροδεξιά κυβέρνηση υπό την ηγεσία της Forza Italia ή η απουσία σαφούς πλειοψηφίας) ήταν να δημιουργήσουν άμεσα προβλήματα, πιθανότατα θα είχαν ήδη αρχίσει να το κάνουν.

Μακροπρόθεσμα, είναι ακόμη δυσκολότερο να γίνουν προβλέψεις, διότι ακόμη και με την παρουσία μιας κυβέρνησης, η πλειοψηφία της θα παραμείνει αδύναμη, γεγονός που κατ’ ανάγκην θα καθιστούσε αδύνατη την πραγματοποίηση των οικονομικά πιο τολμηρών εκλογικών υποσχέσεων.

Τόσο ο Μπερλουσκόνι, όσο και ο Πέπε Γκρίλο έχουν κατηγορηθεί στο παρελθόν για ακραίο λαϊκισμό. Κατά τη γνώμη σας έχουν “λειάνει” τις θέσεις τους ή ο κόσμος αποδέχεται πλέον τον λαϊκισμό ως κανονικότητα;

Από τη δεκαετία του 1990, ο Μπερλουσκόνι και η κεντροδεξιά γενικότερα, μερικές φορές λανθασμένα, μερικές φορές σωστά, έχουν κατηγορηθεί για λαϊκισμό: κατά τη διάρκεια των οκτώ χρόνων κυβέρνησης μεταξύ 2001 και 2011, αυτές οι κατηγορίες, που συχνά παραπέμπουν σε παρομοιώσεις με διάφορες νοτιοαμερικανικές δικτατορίες, αναλώθηκαν σε μεγάλο βαθμό. Το Κίνημα Πέντε Αστέρων από το 2011 και στο εξής, έχει ενστερνιστεί όλο και πιο λαϊκιστικές θέσεις, γεγονός που έφερε το κόμμα στο να ξεπεράσει το 25% των ψήφων και να διατηρηθεί όμως γύρω από αυτό το ποσοστό επί πέντε χρόνια.

Ο λαϊκισμός αποτελεί, εδώ και καιρό, μέρος της ιταλικής πολιτικής: από αυτή την άποψη, τόσο ο Μπερλουσκόνι όσο και ο Γκρίλο αποδείχτηκαν ένα εξαιρετικό σταθεροποιητικό στοιχείο του πολιτικού πλαισίου που εμπόδισε μέχρι τώρα την εμφάνιση ακραίων δεξιών – αν όχι ανοιχτά νεοφασιστικών- δυνάμεων στην Ιταλία.

Πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι η συμμετοχή της Λέγκας στη μέλλουσα κυβέρνηση;

Αν δεχτούμε την ιδέα ότι η Λέγκα μπορεί να φτάσει στην κυβέρνηση μόνο στο πλαίσιο του κεντροδεξιού συνασπισμού, ο Μπερλουσκόνι έχει ανέκαθεν αποδείξει μεγάλη ικανότητα στο να διαχειρίζεται τους συμμάχους του κρατώντας το συνασπισμό ενωμένο. Εκτός από αυτό, ακόμη και αν ο κεντροδεξιός συνασπισμός καταφέρει να αποκτήσει την πλειοψηφία, θα είναι ένας συνασπισμός με περιορισμένο πλεονέκτημα: επομένως είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ότι η παρουσία της Λέγκα στην κυβέρνηση θα μπορούσε να αποτελέσει «κίνδυνο» οποιουδήποτε είδους.