Κίτρινα γιλέκα και ενεργειακή δικαιοσύνη

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

Μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Κοζάνη [Ververidis Vasilis]

Το παράδειγμα της Γαλλίας μας διδάσκει ότι η ενεργειακή μετάβαση και η πράσινη φορολογία χρειάζονται τη συναίνεση και τη συμμετοχή της κοινωνίας.

Ο Σταύρος Μαυρογένης είναι Συνεργάτης Κλιματικής και Ενεργειακής Πολιτικής της WWF Ελλάς. Ο Ολιβιέ Βαρδακούλιας είναι Υπεύθυνος Οικονομικής Πολιτικής της WWF Ελλάς.

Σε πρόσφατη δήλωση του μέλος των Κίτρινων Γιλέκων κατηγόρησε τη κυβέρνηση της Γαλλίας ότι δεν αντιλαμβάνεται τις ανάγκες των πολιτών της χώρας.

Υποστήριξε ότι η επιβολή ενός «πράσινου φόρου» στα καύσιμα πλήττει πρωτίστως τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα παρά τους πλούσιους.

Δεν αναπτύσσει μια αναδιανεμητική πολιτική επιμερισμού του κόστους της μετάβασης, και δεν προβλέπει ανταποδοτική χρηματοδότηση για ανάπτυξη εναλλακτικών (όπως τοπικούς και περιφερειακούς σιδηροδρόμους) που να εξυπηρετούν τους πολίτες.

Τελικά, λόγω της σφοδρής αντίδρασης, η Γαλλική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποσύρει το επίμαχο μέτρο.

Αυτό που μας διδάσκει το παράδειγμα της Γαλλίας είναι ότι  η μετάβαση και η υιοθέτηση πράσινης φορολογίας θα πρέπει στο σχεδιασμό της να εξασφαλίζει τη δημοκρατική συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων και των τοπικών κοινωνιών μέσα από συνεχή διαβούλευση και ξεκάθαρα χρονοδιαγράμματα.

Ο στρατηγικός σχεδιασμός θα πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα που ανακουφίζουν τα νοικοκυριά και να εξασφαλίζει ότι δεν θα οδηγηθούν στην ανεργία εργαζόμενοι, οι οποίοι απασχολούνται αυτή τη στιγμή σε βιομηχανίες υψηλής έντασης ενέργειας.

Με άλλα λόγια, τα γεγονότα στη Γαλλία ανέδειξαν την ανάγκη για μια «δίκαιη μετάβαση» σε μια οικονομία μηδενικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Μια οικονομία που θα παράγει καθαρή ενέργεια αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα τις όποιες ανισότητες προκύψουν.

Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, τα οφέλη της μετάβασης από τα ορυκτά καύσιμα σε καθαρές μορφές ενέργειας θα υπερκεράσουν τις απώλειες.

Πρόσφατη έρευνα της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Εργατικών Συνδικάτων σε τρεις ευρωπαϊκές χώρες, απέδειξε ότι η μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία, μέσα στην επόμενη πενταετία, μπορεί να αποδώσει πέντε εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας, περισσότερες από αυτές που ενδέχεται να χαθούν στους κλάδους των ορυκτών καυσίμων.

Σε αντίστοιχο συμπέρασμα κατέληξε και περσυνή μελέτη του Διεθνούς Οργανισμού για την Εργασία του ΟΗΕ.

Ωστόσο η μετάβαση αυτή ενέχει κινδύνους.

Πρώτον, είναι σαφές ότι πολλοί ενεργειακοί και περιβαλλοντικοί φόροι είναι συχνά, όπως ο ΦΠΑ, αντιστρόφως ανάλογοί, δηλαδή άτομα με χαμηλότερο εισόδημα αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση. Κάτι το οποίο αυξάνει τις ανισότητες.

Η λύση σε αυτό το πρόβλημα δεν είναι φυσικά να μην αναπτύσσονται φορολογικά κίνητρα για τη μετάβαση σε ένα περιβαλλοντικά βιώσιμο ενεργειακό σύστημα, αλλά η ανακύκλωση των εσόδων από τέτοιους φόρους προς τα αδύναμα κοινωνικά στρωματά.

Υπάρχουν πετυχημένα διεθνή παραδείγματα πολιτικών, όπως ο φόρος άνθρακα της περιφέρειας του British Columbia στον Καναδά, οπού τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα όχι μόνο λαμβάνουν φορολογικά αντισταθμιστικά, αλλά τα αντισταθμιστικά είναι υψηλοτέρα του φορολογικού βάρους που επωμίζονται λόγω του φόρου άνθρακα.

Από αντιστρόφως ανάλογος, ο φόρος άνθρακα μετατρέπεται έτσι σε αναδιανεμητικός, χτίζοντας την απαραίτητη συναίνεση για μια κοινωνικά δίκαιη ενεργειακή μετάβαση.

Η Γαλλική κυβέρνηση αγνόησε όμως αυτήν την πραγματικότητα, καθώς ο σχεδιαζόμενος φόρος θα έφερνε στα κρατικά ταμεία 35 δισεκ. Ευρώ, ενώ, μόλις, το ένα πέμπτο από αυτά θα πήγαινε σε αντισταθμιστικά οφέλη για τις ευάλωτες ομάδες.

Δεύτερον, η ενεργειακή μετάβαση ενέχει κινδύνους για δραστηριότητες και περιοχές οι οποίες εξαρτώνται από την εξόρυξη ορυκτών καυσίμων.

Εάν δεν οργανωθεί σωστά μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια εισοδήματος και προοπτικών για τους εργαζόμενους και τις τοπικές κοινωνίες.

Στην Ελλάδα, η ίδρυση Εθνικού Ταμείου για τη Δίκαιη Μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών της χώρας κινείται προς τη θετική κατεύθυνση, όσον αφορά τη στήριξη των τοπικών κοινωνιών και των εργαζομένων μέσω της ανάπτυξης εναλλακτικών οικονομικών δραστηριοτήτων, αν και ο προϋπολογισμός του είναι μέχρι στιγμής ανεπαρκής για την εκπλήρωση των στόχων του.

Αυτό που λείπει στη χώρα μας, ωστόσο, είναι ο στρατηγικός σχεδιασμός για το εθνικό επίπεδο.

Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα απέχει παρασάγγας από τη μετάβαση σε μια οικονομία μηδενικών εκπομπών, καθώς προβλέπει ισχυρή παρουσία του λιγνίτη στο ενεργειακό μίγμα της χώρας και μη φιλόδοξους στόχους στη μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ και την εξοικονόμηση ενέργειας.

Ταυτόχρονα, αποφεύγει να θέσει επί τάπητος σημαντικά κοινωνικά ζητήματα που σχετίζονται με την ενεργειακή μετάβαση.

Το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, παρά τις όποιες αντιφάσεις του, εκφράζει την αγωνία των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων για δίκαιη ενεργειακή μετάβαση.

Μετάβαση η οποία είναι μονόδρομος αν θέλουμε να αναχαιτίσουμε την κλιματική αλλαγή και να παραμείνουμε εντός του στόχου της συγκράτησης της ανόδου της θερμοκρασίας στους 1,5°C.

Αυτός ο στόχος δεν μπορεί όμως να επιτευχθεί χωρίς δικαιοσύνη και χωρίς τη συναίνεση και τη συμμετοχή της κοινωνίας.

X