Σβάιτσερ: Η Ελλάδα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα και όχι «ψευδαισθήσεις»

eric-schweitzer-2013-2.jpg

Η Ελλάδα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα και συνέχιση της πορείας των μεταρρυθμίσεων προκειμένου να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων της Γερμανίας (DIHK), Έρικ Σβάιτσερ, που μίλησε στην EurActiv.gr.

Σε συνέντευξή του στην EurActiv.gr, ο Γερμανός αξιωματούχος μίλησε για τις ελληνογερμανικές οικονομικές σχέσεις, την στάση της γερμανικής κυβέρνησης απέναντι στον ευρωπαϊκό Νότο, ενώ άφησε υπαινιγμούς για τα κράτη μέλη που «υπονομεύουν» το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Ακόμη «προειδοποιεί» τους Έλληνες πολιτικούς , λέγοντας ότι δεν πρέπει να «τρέφουν την ψευδαίσθηση ότι η ανάπτυξη μπορεί να αγοραστεί μέσω προγραμμάτων δαπανών».

Η αποκατάσταση της οικονομίας «προχωρά»

Αναφορικά με τις ελληνογερμανικές οικονομικές σχέσεις, ο Γερμανός τόνισε ότι παρά την συρρίκνωση των γερμανικών επενδύσεων τα τελευταία χρόνια λόγω των ιδιαίτερων οικονομικών συνθηκών, τα «νέα είναι καλά».

«Πάνω από 160 γερμανικές επιχειρήσεις είναι σήμερα δραστήριες στην Ελλάδα, απασχολώντας περίπου 35.000 άτομα, δημιουργώντας έναν ετήσιο κύκλο εργασιών της τάξης των 9 δις ευρώ», είπε.

Πρόσθεσε ότι βάσει έρευνας του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου Βιομηχανίας και Εμπορίου (AHK) οι ελληνικές επιχειρήσεις με γερμανικές συμμετοχές προγραμμάτισαν επενδύσεις ύψους 520 εκατομμυρίων ευρώ την περίοδο 2013-2014.

«Αυτό δείχνει ότι η αποκατάσταση της ελληνικής οικονομίας προχωρά. Το φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, αν και με κάποια καθυστέρηση, έχει τεθεί σε εφαρμογή. Οι τομείς της ενέργειας, του τουρισμού και της γεωργίας δείχνουν σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης».

«Εμμονή» στη λιτότητα και υπαινιγμοί για Παρίσι

Στηρίζοντας απόλυτα τις μέχρι τώρα κινήσεις της γερμανικής κυβέρνησης στο ζήτημα της κρίσης, υπογράμμισε ότι οι Γερμανοί πολιτικοί έχουν επιδείξει «πολύ διορατική συμπεριφορά».

«Οι χώρες αυτές [που βρίσκονται σε κρίση] μπορούν να βελτιώσουν την κατάστασή τους από μόνες τους, μόνο εφόσον προβούν σε φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις», είπε, προσθέτοντας ότι το Βερολίνο κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο των εγγυήσεων για τα μέτρα διάσωσης, τα οποία σταδιακά αρχίζουν να αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητά τους.

Αναφερόμενος στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ο Σβάιτσερ άφησε σαφείς υπαινιγμούς κατά του Παρισιού, χαρακτηρίζοντας «αντιπαραγωγικές» τις πρόσφατες προσπάθειες αποδυνάμωσης του Συμφώνου.

Ο Γάλλος ΥΠΟΙΚ, Μισέλ Σαπέν, ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα ότι το Παρίσι θα καθυστερήσει κατά δύο επιπλέον χρόνια να εκπληρώσει το στόχο της για δημοσιονομικό έλλειμμα κάτω του 3% που είναι το όριο που θέτει το Σύμφωνο Σταθερότητας, προκαλώντας την επίσημη αντίδραση της Κομισιόν.

«Συνεργασία στην Ευρώπη σημαίνει επίσης ότι πρέπει όλοι να τηρούν τους κανόνες. Πώς αλλιώς μπορούμε να εξηγήσουμε σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία ή η Πορτογαλία ότι τα σκληρά μέτρα που έπρεπε να εφαρμόσουν για την αντιμετώπιση της κρίσης θα εφαρμοστούν μόνο σε αυτές;», αναρωτήθηκε.

«Πανευρωπαϊκό» καθήκον οι μεταρρυθμίσεις

Στο ερώτημα εάν μια πιθανή κυβέρνηση υπό τον Αλέξη Τσίπρα θα μπορούσε να ξεπεράσει τα εμπόδια της γραφειοκρατίας και της υψηλής φορολόγησης και να αποτελέσει αξιόπιστη εναλλακτική για την Ελλάδα, ο Σβάιτσερ τόνισε ότι η εμπιστοσύνη στην Αθήνα μπορεί να αποκατασταθεί μόνο με σταθερή και προβλέψιμη οικονομική πολιτική.

«Για το λόγο αυτό, η πολιτική σταθερότητα και – δεν μπορώ να το πω αρκετά συχνά – η διατήρηση της πορείας των μεταρρυθμίσεων είναι σημαντικές προϋποθέσεις για να βγει η Ελλάδα από την κρίση», είπε, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας και στη μείωση της γραφειοκρατίας.

«Οι πολιτικοί δεν πρέπει να τρέφουν την ψευδαίσθηση ότι η ανάπτυξη μπορεί να αγοραστεί μέσω προγραμμάτων δαπανών. Το βιώσιμο ερέθισμα μπορεί να προέλθει μόνο από την ιδιωτική οικονομία. Οι καλές επενδύσεις και συνθήκες απασχόλησης είναι αυτοσκοπός, από την άποψη αυτή», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.

Ο ρόλος της ΕΚΤ

Κληθείς να σχολιάσει την πρόσφατη κίνηση της ΕΚΤ να αυξήσει τη ρευστότητα μέσω των τραπεζών ως μέσο ενίσχυσης της ανάπτυξης, επεσήμανε πως η ΕΚΤ πρέπει να εγκαταλείψει το «ρόλο του πυροσβέστη».

«Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο με περισσότερο σθένος και συνέπεια όσον αφορά στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ιδιαίτερα στις μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης. Η νομισματική πολιτική ήταν μόνο σε θέση να δώσει στα κράτη περισσότερο χρόνο. Αν και είναι σωστό να αποκατασταθεί η αγορά για τις τιτλοποιήσεις, το ιδανικό μέσο για να επιτευχθεί αυτό είναι η βελτίωση της νομοθεσίας, έτσι ώστε οι επενδυτές να γίνουν πιο ενεργοί και πάλι», τόνισε και πρόσθεσε:

«Εν τω μεταξύ, τα προγράμματα αγοράς τιτλοποιήσεων δανείων δεν θα βοηθήσουν αν οι συνθήκες των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε κράτη που μαστίζονται από κρίση, εξακολουθούν να είναι τόσο κακές ώστε να κρίνεται απαραίτητος ο επιφυλακτικός δανεισμός. Αλλά την ίδια στιγμή, το μέτρο αυτό φέρει τον κίνδυνο ότι η ΕΚΤ μπορεί να γίνει η κεντρική κακή τράπεζα της ευρωζώνης».

 

Σαράντης Μιχαλόπουλος

X